Ασπρόμαυρη και Έγχρωμη Φωτογραφία

Ερωτήματα και σκέψεις

• Μαυρόασπρο ή ασπρόμαυρο. Black and White, ή Bianco e Nero, ή Noir et Blanc. Κλίνω -χωρίς φανατισμό- προς το ασπρόμαυρο, ίσως γιατί το χαρτί, ως βάση, είναι άσπρο.

• Το ασπρόμαυρο είναι και αυτό χρώμα, αφού το άσπρο είναι όλα και το μαύρο κανένα (ή και πάλι όλα).

• Η έγχρωμη φωτογραφία είναι σαγηνευτική. Και αυτό την κάνει επικίνδυνη. Χρειάζεται μεγαλύτερη ψυχραιμία για να εκτιμηθεί σωστά.

• Όλοι πιστεύουν ότι η έγχρωμη φωτογραφία είναι πιο εικαστική. Ίσως επειδή η ζωγραφική έχει χρώματα. Πιστεύω, αντίθετα, ότι η ασπρόμαυρη είναι πιο εικαστική επειδή επιτρέπει πιο ακραίες και μη αληθοφανείς παρεμβάσεις. Αν και τελικά δεν νομίζω ότι η φωτογραφία γενικώς είναι εικαστική.

• Δεν είναι εύκολο να κρίνεις (και ακόμα λιγότερο να επιλέξεις) μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, όταν τη βλέπεις (όπως συμβαίνει σε αυτή την έκθεση) πλάι σε μια έγχρωμη. Το χρώμα γοητεύει και παρασύρει. Το ασπρόμαυρο, πάλι, μπορεί να σε παρασύρει με τη φόρμα του, που εύκολα εντυπωσιάζει. Γενικώς, ό,τι ασκεί γοητεία θέλει προσοχή.

• Έχω την αίσθηση ότι ο φωτογράφος πρώτα επιλέγει τη φωτογραφία του και μετά σκέφτεται αν θα την κρατήσει έγχρωμη ή θα την κάνει ασπρόμαυρη. Διότι σε τελευταία ανάλυση το χρώμα είναι και αυτό μέρος της φόρμας, όπως όλη η επεξεργασία. Και η φόρμα έχει τον ρόλο να αναδεικνύει το περιεχόμενο, οπόταν και συγχέεται με αυτό.

• Έχω παρατηρήσει ότι στις μέρες μας οι φωτογράφοι προτιμούν τις έγχρωμες φωτογραφίες, ίσως διότι έχουν βαρεθεί τόσα χρόνια τις ασπρόμαυρες και είναι λογικό κάποιος να ερωτοτροπεί με το καινούργιο. Οι ζωγράφοι, πάλι, φαίνεται να προτιμούν τις ασπρόμαυρες, ίσως επειδή δεν καταλαβαίνουν τη φωτογραφία, και αναζητούν χαρακτηριστικά της που να τη διαφοροποιούν από τη ζωγραφική.

• Η ζωγραφική χρησιμοποιεί το χρώμα ως ύλη. Το ίδιο το χρώμα είναι το θέμα ή μέρος αυτού. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και στη φωτογραφία. Μπορεί η θάλασσα να είναι κατακόκκινη σε έναν πίνακα. Αν όμως είναι σε μια φωτογραφία, τότε ο θεατής θα ψάξει τον καρχαρία. Τα χρώματα στη φωτογραφία είναι σημαντικά ως σημεία αναφοράς. Γι’ αυτό και οι διαφορές στην εκτύπωση δεν είναι καταστροφικές. Μόλις όμως κάποιος δει για πρώτη φορά ζωντανό έναν σπουδαίο πίνακα, καταλαβαίνει τι έχασε όλα τα χρόνια που τον έβλεπε μόνο σε βιβλία.

• Κάθε αντικείμενο στην έγχρωμη φωτογραφία παραπέμπει σε κάτι συγκεκριμένο. Το γαλάζιο της θάλασσας είναι θάλασσα και το πράσινο της χλόης είναι χλόη. Η θάλασσα και η χλόη όμως στην ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι τόνοι του γκρι, των οποίων η θέση στη φωτογραφία παραπέμπει στην πραγματική τους υπόσταση. Το ζητούμενο για τον φωτογράφο είναι να οδηγήσει τη θάλασσα και τη χλόη σε μια διαφορετική αξία από αυτή που όλοι τούς αποδίδουν στην πραγματική ζωή. Αυτό όμως πρέπει να γίνει μέσα από μια αληθοφανή περιγραφή (αφού αυτό είναι η φωτογραφία) και μέσα στα όρια και στους περιορισμούς του φωτογραφικού κάδρου (αφού εκεί μέσα δίνεται η μάχη). Όλα τα παραπάνω λειτουργούν διαφορετικά σε μια έγχρωμη από μια ασπρόμαυρη εκδοχή
και καταλήγουν σε μια διαφορετική σε κάθε περίπτωση φωτογραφία.

• Ο πρώτος φόβος των φωτογράφων (της μεταπολεμικής κυρίως εποχής) απέναντι στο χρώμα είχε να κάνει με την απειλή που στα μάτια των περισσότερων συνιστούσε η -συνήθως έγχρωμη- φωτογραφία της διαφήμισης και της μόδας. Τώρα που η διαφήμιση και η μόδα συμφιλιώθηκαν – μέσω του concept- με τον καλλιτεχνικό κόσμο, ο συγκεκριμένος φόβος δεν ευσταθεί. Μια απάντηση που μπορεί να αντικρούσει αυτό τον φόβο, ή, σωστότερα, να τον μεταθέσει σε ένα
ευρύτερο πεδίο, είναι ότι απειλή δεν συνιστά η χρήση του χρώματος, αλλά το γεγονός της σύγχυσης που έχει προκαλέσει στον χώρο των τεχνών η πρωτοκαθεδρία του concept.

• Ο δεύτερος φόβος των φωτογράφων απέναντι στο χρώμα είχε (και έχει) να κάνει με την απειλή που στα μάτια (μερικών) συνιστά η ακριβής αναπαράσταση του κόσμου μέσω της φωτογραφίας, κάτι που θεωρούν ότι μειώνει τη δική τους δημιουργική παρέμβαση. Επομένως, οτιδήποτε καθιστά πιστότερη την  αναπαράσταση (άρα και το χρώμα) δεν μπορεί παρά να είναι εχθρός τους. Μια απάντηση που μπορεί να αντικρούσει αυτό τον φόβο είναι ότι όσο πιο κοντά στην
αναπαράσταση βρίσκεται η φωτογραφία, τόσο πιο μεγάλη είναι η πρόκληση για την υπέρβασή της, άρα τόσο πιο πιθανή η δημιουργία σπουδαίου έργου.

• Ο τρίτος φόβος των φωτογράφων απέναντι στο χρώμα είχε (και έχει) να κάνει με την απειλή που στα μάτια (μερικών) συνιστά η ζωγραφική, για την οποία το χρώμα είναι στοιχείο ταυτότητας. Κάτι τέτοιο όμως ίσχυε από την αρχή της ιστορίας της φωτογραφίας. Γι’ αυτό και η λέξη «πικτοριαλισμός» είχε πάντα αρνητική χροιά. Μερικοί φωτογράφοι αισθάνονταν και αισθάνονται μειωμένοι απέναντι στους ζωγράφους, με αποτέλεσμα είτε να προσπαθούν να ξεχωρίσουν από αυτούς είτε να προσπαθούν να τους μιμηθούν υιοθετώντας τις εκάστοτε εικαστικές τάσεις και πρακτικές. Η ξαφνική ανάμιξη ανθρώπων του εικαστικού χώρου με μηδενικές ή ελάχιστες ή γνώσεις γύρω από τη φωτογραφία όξυνε το πρόβλημα. Μια απάντηση που μπορεί να αντικρούσει αυτό τον φόβο είναι ότι ο θαυμασμός και ο σεβασμός απέναντι σε κάθε τέχνη (και απέναντι σε καθετί αυτού του κόσμου) προϋποθέτει να αναγνωρίζει κανείς (και συνεπώς να θαυμάζει και να σέβεται) τις ιδιαιτερότητες και τις διαφορές και όχι τις τυχόν ομοιότητες.

• Η φωτογραφία έχει ως πρώτη ύλη την πραγματικότητα (ενώ η ζωγραφική απλώς τη χρησιμοποιεί). Η ζωγραφική έχει ως πρώτη ύλη το χρώμα (ενώ η φωτογραφία απλώς το χρησιμοποιεί). Ο πίνακας είναι ένα μοναδικό πρωτότυπο και έχει υλική και ιστορική παρουσία, ενώ η φωτογραφία είναι
πάντοτε ένα αντίγραφο ενός ανύπαρκτου πρωτότυπου. Η ψηφιακή τεχνολογία βοηθάει στην κατανόηση αυτών των διαφορών. Και ο φωτογραφικός προβληματισμός τον οποίο προκάλεσε σχετικά με τη χρήση του χρώματος και του ασπρόμαυρου βρίσκεται σε αυτή την κατεύθυνση.

• Μερικοί υποστηρίζουν το χρώμα επειδή η πραγματικότητα είναι έγχρωμη. Αυτό στην ουσία σημαίνει ότι η φωτογραφία γι’ αυτούς δεν είναι παρά μια αντιγραφή του κόσμου και ότι ο φωτογράφος θα πρέπει κάθε φορά να υιοθετεί οποιοδήποτε νέο τεχνολογικό εύρημα μιμείται πιο πιστά την πραγματικότητα (τρισδιάστατη εικόνα, αρωματικές προσθήκες κλπ.). Το πρόβλημα είναι ότι αυτός ο ανταγωνισμός της φωτογραφίας με την πραγματικότητα θα αποβαίνει πάντα σε βάρος της πρώτης αφού η δεύτερη θα παραμένει το πρωτότυπο.

• Διίστανται οι απόψεις σχετικά με το ποια φωτογραφία (έγχρωμη ή ασπρόμαυρη) είναι δυσκολότερο ή ευκολότερο να πετύχει. Πιστεύω ότι η καθεμιά έχει τους δικούς της κινδύνους και τις δικές της ευκολίες. Στην ασπρόμαυρη ο φωτογράφος έχει να παλέψει με την εκ προοιμίου αφαίρεση που συνιστά η μεταφορά σε ασπρόμαυρο ενός έγχρωμου κόσμου. Αυτή όμως η αφαιρετική ιδιότητα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, σε συνδυασμό με την υπερβολή της επεξεργασίας που επιδέχεται, την κάνουν πιο εύκολα αποδεκτή από τον θεατή. Αντίθετα, στην έγχρωμη ό φωτογράφος έχει να παλέψει με την προκλητική αληθοφάνεια των χρωμάτων, χωρίς όμως να μπορεί να υπερβεί την περιγραφή με την επεξεργασία, η οποία δεν αντέχει τις υπερβολές. Αυτή όμως η γοητεία που ασκεί η έγχρωμη λόγω της πιο πειστικής απεικόνισης εξασφαλίζει και την αποδοχή από τον θεατή. Επιπροσθέτως, όμως, στην περίπτωση της έγχρωμης ο φωτογράφος έχει να παλέψει και με τον πιθανό εγκλωβισμό του σε ένα concept (κάτι που ταιριάζει στο χρώμα), καθώς και με την εικαστική (άρα υλική) παρουσία του χρώματος.

• Με διαφορετικό τρόπο λειτουργούν τα όπλα της ασπρόμαυρης από αυτά της έγχρωμης φωτογραφίας για να επιτευχθεί μια μέτρια, αλλά εύκολα αποδεκτή, φωτογραφία. Με τον ίδιο, όμως, τρόπο θα επιτευχθεί μια σπουδαία, είτε ασπρόμαυρη είτε έγχρωμη, φωτογραφία,
υπακούοντας σε δυνάμεις που υπερβαίνουν την επιφάνεια των χρωμάτων. Και τον τρόπο αυτόν μόνον ο ίδιος ο φωτογράφος μπορεί να τον ανακαλύψει.
• Ο φωτογράφος μπορεί να επιλέξει εκ των προτέρων το χρώμα ή το ασπρόμαυρο για όλη του τη δουλειά ή για ένα συγκεκριμένο τμήμα της. Μπορεί επίσης να αναμειγνύει έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή και να τις παρουσιάζει χωριστά. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιεί την ίδια φωτογραφία, άλλοτε έγχρωμη και άλλοτε ασπρόμαυρη. Αρκεί όλα να παραμείνουν στο επίπεδο των καλλιτεχνικών επιλογών και να μην οφείλονται σε δογματισμό ή ιδεοληψία.
• Όταν φωτογραφίζουμε αντικρίζουμε τον κόσμο πάντα έγχρωμο, αφού έτσι είναι. Και αυτό συνέβαινε πάντοτε, άσχετα από το φιλμ που ήταν φορτωμένο στη μηχανή. Όταν εκ των υστέρων επιλέγουμε την εικόνα του δικού μας φωτογραφικού κόσμου, τότε θα επιλέξουμε (αφού πλέον έχουμε αυτή τη δυνατότητα) αν ολόκληρος ο κόσμος μας, ή ο κόσμος της συγκεκριμένης φωτογραφίας μας, ή της συγκεκριμένης σειράς φωτογραφιών, θέλουμε να είναι έγχρωμος ή
ασπρόμαυρος.

• Η ψηφιακή φωτογραφία μάς παρουσιάζεται έγχρωμη. Άρα η μετατροπή πηγαίνει πάντα από το χρώμα στο ασπρόμαυρο και όχι αντίθετα. Επομένως, όπως το πραγματικό χρώμα του κόσμου μετατρέπεται σε χρώμα της φωτογραφίας μας, έτσι μετατρέπουμε -αν θέλουμε- το χρώμα της φωτογραφίας μας σε ασπρόμαυρους τόνους. Τα πραγματικά χρώματα του κόσμου τα έχουμε ξεχάσει αμέσως μόλις αφήσαμε την πραγματική ζωή. Δεν μένει παρά να κρίνουμε αν η νέα, αληθοφανής -αλλά πλασματική- απεικόνιση χρειάζεται έγχρωμους ή ασπρόμαυρους τόνους.

• Δεν αποκλείεται η περίοδος που διανύουμε να αντιστοιχεί στους τελευταίους σπασμούς της ασπρόμαυρης φωτογραφίας πριν από τον θάνατό της. Αυτός όμως ο ρόγχος μπορεί να διαρκέσει πολύ μεγάλο διάστημα μέχρι το ενδεχόμενο τέλος και σίγουρα θα είναι ικανός να παράγει σπουδαίες φωτογραφίες.

Πλάτων Ριβέλλης
Επιμελητής της έκθεσης και πρόεδρος του «Φωτογραφικού Κύκλου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *